Μέγεθος Γραμμάτων Μεγαλύτερα Μικρότερα
ΑΡΧΙΚΗ ΣΕΛΙΔΑ ΤΟ ΜΟΥΣΕΙΟ ΤΟ ΚΤΙΡΙΟ

Tο κτίριο

Το Κτίριο του Αρχαιολογικού Μουσείου Ιωαννίνων


Κ. Ζάχος κ. ά., 2007: «Επανέκθεση Αρχαιολογικού Μουσείου Ιωαννίνων: Η Μουσειολογική Μελέτη», Ηπειρωτικά Χρονικά 41(2007), 35-168.

Το Αρχαιολογικό Μουσείο Ιωαννίνων (Α.Μ.Ι. στη συνέχεια) βρίσκεται στο κέντρο της πόλεως των Ιωαννίνων, της σύγχρονης πρωτεύουσας της Ηπείρου, σε γήπεδο ιδιοκτησίας του ΥΠ.ΠΟ. και σε περίοπτη θέση στον επονομαζόμενο λόφο Λιθαρίτσια. Το Α.Μ.Ι. οικοδομήθηκε τη δεκαετία του 1960 (1963-1966) σύμφωνα με την αρχιτεκτονική μελέτη του επιφανούς Έλληνα αρχιτέκτονα Άρη Κωνσταντινίδη. Ο κύριος σκοπός της ανέγερσης του Α.Μ.Ι. ήταν να στεγάσει τους αρχαιολογικούς θησαυρούς της Ηπείρου από την αρχαιότητα έως και τους μεταβυζαντινούς χρόνους, καθώς και τη συλλογή έργων Ελλήνων ζωγράφων του 19ου και 20ου αι., δωρεάς του Συλλόγου οι «Φίλοι των Ιωαννίνων». Για αρκετά χρόνια το κτιριακό συγκρότημα του Α.Μ.Ι. ήταν η έδρα των τότε Εφορειών Κλασικών και Βυζαντινών Αρχαιοτήτων. Μόλις το 1999 επιτεύχθηκε η αποκλειστική χρήση του Α.Μ.Ι. τόσο για την έκθεση των ευρημάτων αρμοδιότητας της ΙΒ’ Εφορείας Προϊστορικών και Κλασικών Αρχαιοτήτων (Ε.Π.Κ.Α.) όσο και της λειτουργίας της. Η οριστική εκκένωση των χώρων που κατελάμβαναν τα εργαστήρια συντήρησης της 8ης Εφορείας Βυζαντινών Αρχαιοτήτων έγινε το 1992, έτος μετεγκατάστασης και των βυζαντινών εκθεμάτων (βλ. παρακάτω) στο νέο Βυζαντινό Μουσείο της πόλης. Το 1999 απομακρύνθηκαν και τα εικαστικά έργα της λεγόμενης «Πινακοθήκης» μέρος των οποίων σήμερα κοσμεί τη Δημοτική Πινακοθήκη Ιωαννίνων.

Το 1970 άνοιξαν οι πύλες του Α.Μ.Ι. για το κοινό με τη μόνιμη έκθεση διαχρονικού χαρακτήρα και την εκθεσιακή προσέγγιση που υπαγόρευαν οι τότε συνθήκες και αντιλήψεις. Την έκθεση των προϊστορικών και κλασικών αρχαιοτήτων επιμελήθηκε η αείμνηστη Ιουλία Βοκοτοπούλου, ενώ εκείνη των βυζαντινών και μεταβυζαντινών ευρημάτων καθώς και της «Πινακοθήκης» έγινε από την τότε 5η ΕΒΑ. Από τις πέντε συνολικά αίθουσες του Α.Μ.Ι. μόνον δύο (καθώς και ο ευρύχωρος κεντρικός διάδρομος) φιλοξένησαν έργα της ελληνικής και ρωμαϊκής αρχαιότητας από τις σημαντικότερες ως τότε γνωστές αρχαιολογικές θέσεις της Ηπείρου (π.χ. Δωδώνη, Κασσώπη, Νεκυομαντείο, Βίτσα) ή άλλα μεμονωμένα ευρήματα (π.χ. θησαυρός χαλκών αντικειμένων Καταμάχης, σαρκοφάγος από το Λαδοχώρι Θεσπρωτίας). Επίσης, ορισμένα ευρήματα, κυρίως αρχιτεκτονικά μέλη, τοποθετήθηκαν στα εγκιβωτισμένα στον κάναβο του κτιρίου αίθρια.

Σήμερα, παραμένει σχεδόν ως είχε η αρχική αυτή έκθεση, το πνεύμα και το στίγμα της οποίας, όπως το διατύπωσε η Ιουλία Βοκοτοπούλου στο μοναδικό οδηγό του Α.Μ.Ι. που εκδόθηκε ποτέ, έχει Πανηπειρωτικό χαρακτήρα. Στην πορεία των χρόνων και με τη σταδιακή διαθεσιμότητα και των υπολοίπων αιθουσών του Α.Μ.Ι. η έκθεση των πολιτισμικών καταλοίπων της αρχαιότητας επεκτάθηκε και εκεί εκτός της αίθουσας Δ. [Η αναφορά στις αίθουσες του Α.Μ.Ι. με γράμματα της ελληνικής αλφαβήτου χρησιμοποιείται στο παρόν κείμενο για να δηλώσει την υφιστάμενη χωροταξία]. Η αίθουσα Δ από το 1992 λειτουργεί ως χώρος καταγραφής του συνεχούς διογκούμενου πλήθους αρχαίων τα οποία έρχονται στο φως από τις ανασκαφές που διεξάγει και τα μεγάλα έργα που εποπτεύει η ΙΒ’ Ε.Π.Κ.Α. στους τέσσερις νομούς αρμοδιότητάς της. Σε μέρος της αίθουσας Δ στεγάζονται προσωρινά διοικητικές υπηρεσίες της Εφορείας. Στη δεκαετία του 1980 στην αίθουσα Γ τοποθετήθηκαν ευρήματα από νεώτερες ανασκαφές (π.χ. Τύμβοι Πωγωνίου, Δουρούτη) καθώς και η δωρηθείσα Συλλογή Μελά με έργα της ελληνικής αρχαιότητας. Σημαντική προσθήκη (1996) στην υφιστάμενη έκθεση αποτελεί η με σύγχρονη μουσειογραφική προσέγγιση παρουσίαση των ευρημάτων από το Νεκροταφείο Λιατοβουνίου (Κόνιτσα) σε προθήκη εντός του κεντρικού διαδρόμου. Παράλληλα, κατά τη δεκαετία του 1990 διοργανώθηκαν στο Α.Μ.Ι. ποικίλου ενδιαφέροντος εκδηλώσεις και περιοδικές εκθέσεις (π.χ. Αρχαία Μουσικά Όργανα). Στην αίθουσα Ε, και εν όψει της προσωρινής διακοπής της λειτουργίας του Α.Μ.Ι., τον Ιούλιο του 2001 εγκαινιάσθηκαν από τον Υπουργό Πολιτισμού οι εξής δύο περιοδικές εκθέσεις: «Θησαυροί της Αμβρακίας – Στα ίχνη της πρωτεύουσας του Βασιλιά Πύρρου» και «Νεολιθική Ήπειρος». Σκοπός αυτών των εκθέσεων είναι οι επισκέπτες του Α.Μ.Ι. να γίνουν αφενός κοινωνοί των θησαυρών μίας εκ των πιο σημαντικών πόλεων της ακμής της Ηπείρου κατά την Αρχαιότητα και οι οποίοι δεν είχαν ποτέ ως τώρα εκτεθεί ως οργανωμένο σύνολο στο Α.Μ.Ι., και να γνωρίσουν αφετέρου τα ευρήματα των πιο πρόσφατων ερευνών που για πρώτη φορά τεκμηριώνουν την πολιτισμική φυσιογνωμία της Νεολιθικής στην Ήπειρο.

Εκθεσιακοί Χώροι

Σύντομη περιγραφή των εκθεσιακών χώρων


Το Α.Μ.Ι. αποτελείται από δύο στάθμες, μία ισόγεια (στάθμη 1) και μία υπερυψωμένη (στάθμη 2). Η κεντρική είσοδος του Α.Μ.Ι. βρίσκεται στη δυτική πλευρά του κτιρίου. Σύμφωνα με τη νέα αρχιτεκτονική μελέτη στη στάθμη 1 θα στεγάζονται, όπως και σήμερα, λειτουργίες της ΙΒ’ Ε.Π.Κ.Α. (γραφεία, εργαστήρια) καθώς και οι αποθηκευτικοί χώροι του Α.Μ.Ι. Στη δεύτερη στάθμη αναπτύσσονται αφενός τμήμα των γραφείων της ΙΒ’ Ε.Π.Κ.Α. και αφετέρου οι εκθεσιακοί χώροι. Σύμφωνα με τη νέα αρχιτεκτονική μελέτη οι λειτουργίες των γραφείων και του Μουσείου απομονώνονται και ανεξαρτητοποιούνται. Η προβλεπόμενη επέκταση των χώρων αυτής της στάθμης είναι μικρής κλίμακας ώστε να μη θιγεί η αρχιτεκτονική φυσιογνωμία του κτιρίου. Αφορά δε στους χώρους λειτουργίας της ΙΒ’ Ε.Π.Κ.Α. (π.χ. επέκταση βιβλιοθήκης). Οι αμιγώς εκθεσιακοί χώροι καλύπτουν εμβαδομετρική επιφάνεια 766τμ περίπου (συμπεριλαμβανομένου και του κεντρικού διαδρόμου). Στους λειτουργικούς χώρους του Α.Μ.Ι. προστίθενται τρία νέα στοιχεία που περιλαμβάνονται στη αρχιτεκτονική μελέτη και τα οποία θα υπηρετήσουν την ουσιαστική αναβάθμιση και προσαρμογή του Α.Μ.Ι. στο νέο πολυποίκιλο ρόλο του ως κοιτίδα παραγωγής πολιτισμικής δραστηριότητας. Τα νέα αυτά «τμήματα», τα οποία δημιουργούνται μέσα στα όρια του υφιστάμενου κανάβου του κτιρίου είναι: α) αίθουσα πολλαπλών χρήσεων (119τμ) και β) κυλικείο (46τμ). Με τη διάνοιξη και δεύτερης εισόδου στην ανατολική πλευρά του κτιρίου τα τμήματα α και β θα μπορούν να χρησιμοποιούνται και ανεξάρτητα πέραν του ωραρίου λειτουργίας της μόνιμης έκθεσης. Ας σημειωθεί, επίσης, ότι ιδιαίτερος χώρος (ο οποίος εξοικονομείται εις βάρος της πρώτης υφιστάμενης αίθουσας του Α.Μ.Ι.) προβλέπεται για την εγκατάσταση του καταστήματος πωλητέων ειδών και σε γειτνίαση με τη δυτική κεντρική είσοδο. Οι υπόλοιποι βοηθητικοί χώροι του Α.Μ.Ι. (π.χ. είσοδοι, βεστιάρια, εκδοτήρια) καλύπτουν επιφάνεια 210τμ περίπου.

Τους εκθεσιακούς χώρους του Α.Μ.Ι. συγκροτούν επτά αίθουσες οι οποίες στη συνέχεια θα αναφέρονται με αραβικούς αριθμούς. Οι αίθουσες 1-6 βρίσκονται στο νότιο τομέα και η αίθουσα 7 στο βόρειο τομέα της στάθμης 2 και διατάσσονται εκατέρωθεν του κεντρικού διαδρόμου, μέσω του οποίου πραγματοποιείται η πρόσβαση σε αυτές. Στη νότια πλευρά του κτιρίου υπάρχουν τρία αίθρια τα οποία μεσολαβούν το πρώτο μεταξύ των αιθουσών 1,2 και 3, το δεύτερο μεταξύ των αιθουσών 3 και 4 και το τρίτο μεταξύ της αίθουσας 4 και της αίθουσας πολλαπλών χρήσεων. Ένα ακόμη αίθριο βρίσκεται στη βόρεια πλευρά του κτιρίου, η σημερινή κάλυψη του οποίου θα μειωθεί με σκοπό την επέκταση της βιβλιοθήκης.

Άρης Κωνσταντινίδης

Άρης Κωνσταντινίδης: «Ο Πρωτομάστορας της Ελληνικής Αρχιτεκτονικής»


Άρης Κωνσταντινίδης Ο Άρης Κωνσταντινίδης γεννήθηκε στην Αθήνα το 1913. Σπούδασε αρχιτεκτονική στη Γερμανία, στο Πολυτεχνείο του Μονάχου από το 1931 μέχρι και το 1936. Εργάστηκε στην Πολεοδομία της Αθήνας (1938-1942) και μετά τον πόλεμο στο Υπουργείο Δημοσίων Έργων. Υποκινημένος από τη πίστη του ότι η αρχιτεκτονική αποτελεί κοινωνικό λειτούργημα, ανέλαβε Προϊστάμενος της Υπηρεσίας Μελετών του Οργανισμού Εργατικής Κατοικίας (1955-1957) και Προϊστάμενος και ειδικός σύμβουλος της Υπηρεσίας μελετών του ΕΟΤ (1958-1967 και 1975-1978). Δίδαξε ως επισκέπτης καθηγητής στο Πολυτεχνείο της Ζυρίχης (1968-1970), ανακηρύχτηκε επίτιμος
διδάκτωρ του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης (1978) και αντεπιστέλλον μέλος της Βαυαρικής Ακαδημίας Καλών Τεχνών του Μονάχου (1985).

Παράλληλα, σχεδίασε και επίβλεψε την κατασκευή εργατικών κατοικιών και ξενοδοχείων (Ξενία) καθώς και ιδιωτικών κατοικιών.

Υπήρξε ο εισηγητής στην ελληνική αρχιτεκτονική της έννοιας της τυποποίησης στη σύνθεση και στη κατασκευή. Έτρεφε ιδιαίτερο σεβασμό για την ανώνυμη αρχιτεκτονική της υπαίθρου γεγονός που αποτυπώνεται στη δημοσίευση του βιβλίου «Στοιχεία Αυτογνωσίας- Για μιαν αληθινή αρχιτεκτονική» (1975).

Η αρχιτεκτονική ήταν για τον Κωνσταντινίδη φιλοσοφία ζωής της οποίας την ιστορικότητα προσπάθησε να αναδείξει. «Με το έργο του- όπως σημειώνει ο γιος του Δημήτρης Κωνσταντινίδης- δημιουργεί έναν μοναδικό, για τη χώρα του, αρχιτεκτονικό δρόμο που οδηγεί σε μία σύγχρονη ελληνική αρχιτεκτονική, η οποία επειδή πατάει γερά στα σύγχρονα διδάγματα και τις ανάγκες της σημερινής εποχής ξέρει ταυτόχρονα να αφομοιώνει την ουσία και όχι τη μορφή της αρχιτεκτονικής παράδοσης του τόπου του».

Το Αρχαιολογικό Μουσείο Ιωαννίνων είναι ένα από τα σημαντικότερα έργα του Άρη Κωνσταντινίδη. Οι αρχές της διαφάνειας, της ειλικρίνειας και της λακωνικότητας είναι εμφανείς στο Αρχαιολογικό Μουσείο Ιωαννίνων (1965/6), μέρος ευρύτερου σχεδίου διαμόρφωσης δημόσιων χώρων της πόλης, π.χ. του πάρκου Λιθαρίτσια, του αναψυκτηρίου «Όασις» και άλλων κτηρίων που δεν πραγματοποιήθηκαν. Το Μουσείο ανοίγεται προς το τοπίο μέσα από αίθρια που επιτρέπουν στο φυσικό φως να φθάνει στην καρδιά του. Επιφάνειες γυαλιού αντικαθιστούν τους συμπαγείς τοίχους με εικόνες της πόλης, της λίμνης και των γύρω βουνών. Το αυξομειούμενο ύψος των αιθουσών έκθεσης (τρία και πέντε μέτρα) δίνει ρυθμό στην περιδιάβαση. Οι αισθήσεις αυτές, μικρές εκπλήξεις που αναπτύσσονται στο βάθος χρόνου μιας επίσκεψης, δεν προκαλούνται από διακοσμητικά τεχνάσματα αλλά από την ίδια την κατασκευή. Τα υλικά χρησιμοποιούνται διακριτικά, η κλίμακα είναι ανθρώπινη και η θέση του οικοδομήματος μέσα στον φυσικό περίγυρο αποτελεί το μοναδικό καλλωπισμό του.

Το έτος 2008 έχει ανακηρυχτεί έτος Άρη Κωνσταντινίδη ενώ παράλληλα η πολιτεία τιμώντας την εμβληματική για την αρχιτεκτονική φυσιογνωμία του Κωνσταντινίδη θεσμοθέτησε το βραβείο «Άρης Κωνσταντινίδης» για τους φοιτητές των αρχιτεκτονικών σχολών.

«το επάγγελμα της αρχιτεκτονικής είναι ένα λειτούργημα πνευματικής καλλιέργειας και υπεροχής»

Άρης Κωνσταντινίδης